Πίσω στη Κορυφή
Το σχολείο μας είχε δυναμική και ουσιαστική συμμετοχή στον 1ο Μαθητικό Διαγωνισμό Λογοτεχνίας και Ποίησης του Δήμου Χαϊδαρίου με την υποβολή δεκατριών (13) ποιητικών και πεζών λογοτεχνικών έργων. Στην τελετή βράβευσης που πραγματοποιήθηκε στο Δημαρχείο Χαϊδαρίου στις 4/5/2026 τα έξι (6) από αυτά απέσπασαν διακρίσεις, ενώ τα υπόλοιπα έλαβαν τιμητικούς επαίνους για τη συμμετοχή τους.
Συγκεκριμένα διακρίθηκαν οι:
Γκουντελίτσα Δήμητρα (Α1) : 2ο βραβείο ποίησης
Τσακαλίας Νικήτας (Α3) : 3ο βραβείο διηγήματος
Μαργαρώνη Κατερίνα (Β2) : 3ο βραβείο ποίησης
Παντελάρου Δάφνη (Β2) : 3ο βραβείο διηγήματος
Ανδριοπούλου Ειρήνα (Γ1) : 3ο βραβείο ποίησης
Λουίζου Μαρία (Γ1) : 1ο βραβείο διηγήματος
Έπαινο συμμετοχής έλαβαν οι: Αλιμέτα Εμμανουέλα (Α1), Ζυγόρη Γραμματική (Α1), Αρκουλή Άρτεμις (Γ1), Καρμίρης Χαράλαμπος (Γ1), Κουμπέτσος Ιωάννης (Γ1), Κουρλός Ιωάννης (Γ1) και Παπαναστασίου Αναστασία (Γ2).
Επιμέλεια κειμένων και συμμετοχής: Γερανίου Βασιλική
Στη συνέχεια παρατίθενται τα έργα των βραβευθέντων μαθητών ενώ τα υπόλοιπα εμπεριέχονται στο e-book του Δήμου Χαϊδαρίου που είναι διαθέσιμο στο ακόλουθο link: https://joom.ag/x1Kd
Λουίζου Μαρία
Τάξη: Γ΄1
7ο Γυμνάσιο Χαϊδαρίου «Νέα Φώκαια»
«Ο Φύλακας των ξεχασμένων ονείρων»
Έχετε σκεφτεί ποτέ τα όνειρα; Όχι απαραίτητα κάτι συγκεκριμένο, απλώς θέλω να ξέρω αν έχετε κρατήσει ποτέ στην άκρη του μυαλού σας κάτι που έχετε ονειρευτεί και παραδόξως έβγαζε απόλυτο νόημα. Γιατί άμα ρωτάτε εμένα, όχι μόνο βλέπω όνειρα με νόημα αλλά καμία φορά ξυπνάω και νιώθω πως ακόμα βρίσκομαι μέσα στο μυαλό μου και μετά από μερικά λεπτά καταλαβαίνω και συνειδητοποιώ πως η πραγματικότητα που ζω τώρα δεν είχε καμία σχέση με αυτό που ζούσα όταν κοιμόμουν. Και το πιο ακραίο απ’ όλα; Καμιά φορά ξέρω πως είδα κάποιο όνειρο και είμαι απολύτως σίγουρη για αυτό αλλά ξυπνάω και… και ξαφνικά δεν θυμάμαι τίποτα! Και όταν λέω τίποτα εννοώ, πως μέσα στο μυαλό μου δεν έχει μείνει ούτε μία εικόνα του ονείρου που μόλις είχα δει. Άρα που λέτε να πηγαίνουν όλα αυτά τα όνειρα τα οποία κανείς μας δεν θυμάται αλλά όλοι ξέρουμε πως τα ονειρευτήκαμε;
Την περασμένη Τετάρτη, γύρισα από το σχολείο πτώμα. Απ’ ότι θυμάμαι είχα 7ωρο. Πολλές ώρες για τόσο λίγο ύπνο την προηγούμενη μέρα. Και πολύ απαιτητικά μαθήματα για την ίδια την μέρα. Το μόνο που έκανε σβούρες μέσα στο κεφάλι μου ήταν ο Yπερσυντέλικος του λύω στα Αρχαία Ελληνικά και το όμορφο κρεβατάκι μου που μέχρι και το ίδιο είχε τυλιχθεί με ζεστές και απαλές κουβερτούλες. Ήταν σαν να με φώναζε από το πρωί, και κάθε φορά που το σκεφτόμουν ένιωθα σαν να έλιωνα και να έπεφτα σιγά- σιγά προς την μεριά που στεκόταν το αφράτο μαξιλάρι μου. Καμία απορία για το ότι θα έπεφτα κατευθείαν να κοιμηθώ, και πού το κακό αφού είχα περίπου 2 ώρες μέχρι το μάθημα των αγγλικών μου. Και για να μην πολυλογώ έκανα πολύ καλά και κοιμήθηκα γιατί μέσα από έναν ύπνο κατάφερα να κάνω την φαντασία μου να ξεχειλίσει. Πέφτω λοιπόν με όλη την ευχαρίστηση μου προς την μεριά του μαξιλαριού και χωρίς καν να περάσουν 2 λεπτά είχα κοιμηθεί τόσο βαριά που ήταν λες και βούλιαζα ολοένα και πιο βαθιά μέσα στο ίδιο μου το στρώμα. Δεν μπορώ καν να περιγράψω με λόγια το πόσο κουρασμένη ήμουν εκείνη την μέρα. Και αφού είχα αποκοιμηθεί τελείως…
Άγνωστη μορφή- Εεε Μαρία; Όλα καλά;
Εγώ- Μα τι στο καλό; πού βρίσκομαι; Και γιατί όλα γύρω μου μοιάζουν τόσο διαφορετικά; Και το κυριότερο εσύ γιατί ξέρεις το όνομά μου;
Ά - Μα το ερώτημα δεν είναι αυτό, αλλά πώς κατάφερες να φτάσεις μέχρι εδώ. Είναι αδύνατον… δεν μου έχει ξανασυμβεί ποτέ κάτι τέτοιο. Είσαι σίγουρα αληθινή;
Εγώ- Εμμ… σχετικά με αυτό…
Ά- Ωχχ αμάν αυτό πρέπει να το ερευνήσω, και μάλιστα τώρα αμέσως. Δεν είναι λογικό αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή.
Εγώ- Δεν καταλαβαίνω, προς τι όλος αυτός ο φόβος και η ανησυχία; Δεν καταλαβαίνεις τι έχει συμβεί;
Ά- Μα όχι! Προφανώς και όχι. Ποτέ μα ποτέ δεν υπήρξαν επισκέψεις σε ένα τόσο μυστικό μέρος.
Εγώ- Ηρέμησε καλέ! Μία οντότητα ονείρου είμαι. Αυτή τη στιγμή απλά κοιμάμαι και ταξιδεύω με το μυαλό μου.
Ά - Ουφφ… πάλι καλά. Γιατί αυτά τα πράγματα δεν είναι λογικά!
Εγώ- Ναι τώρα που το λες , κάτι κατάλαβα από την ψύχραιμη αντίδραση σου.
Ά- Ειι… μην κοροϊδεύεις. Άμα θυμάσαι καλά, εσύ ήσουν αυτή που πανικοβλήθηκες πρώτη.
Εγώ- Ναι κάπου εδώ έχεις ένα δίκαιο αλλά εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω το πού βρίσκομαι. Και επίσης ποιος είσαι εσύ;
Ά - Αχχ ναι… χίλια συγγνώμη. Είμαι ο Φύλακας. Ο Φύλακας των ξεχασμένων ονείρων, και εσύ βρίσκεσαι στον χώρο στον οποίο το κάθε παιδί και ο κάθε μεγάλος έχει αφήσει εδώ το όνειρό του το οποίο το ίδιο του το μυαλό δεν ήθελε να συγκρατήσει. Για αυτό άλλωστε γύρω σου υπάρχουν δισεκατομμύρια φάκελοι και ονοματεπώνυμα. Στην αρχή δεν μπορούσα να το πιστέψω. Μου φαινόταν αδιανόητο να υπάρχει στα αλήθεια ένα τέτοιο μέρος. Μα όταν κοίταξα γύρω μου κατάλαβα πως ίσως ο Φύλακας να μην λέει ψέμματα τελικά. Ένα κτίριο σε σχήμα δίσκου που θύμιζε πολύ βιβλιοθήκη, και αμέτρητα μικρά ραφάκια και συρταράκια τα οποία έκρυβαν μέσα τους κάτι πολύ μυστήριους και μονόχρωμους φακέλους. Και για την τελική πινελιά το ονοματεπώνυμό μου κάπου ψηλά στο βάθος. Ακόμα να καταλάβω πως το μάτι μου έπεσε πάνω στο δικό μου συρταράκι αντί να πέσει σε οποιοδήποτε αλλουνού. Μάλλον ήταν κάποιου είδους μαγεία, και το δικαιολογώ απόλυτα, καθώς ό,τι είχα ζήσει ήδη μέχρι τώρα δεν το λες και φυσιολογικό. Αλλά ήμουν μέσα σε ένα όνειρο. Και άμα σε ένα όνειρο δεν υπάρχει λίγη μαγεία και φαντασία, καλύτερα να μην ονομάζεται όνειρο.
Εγώ- Μα… μα πώς θα φτάσω εκεί πάνω; Είναι τόσο ψηλά, και δεν υπάρχει καμία σκάλα εδώ γύρω.
Φύλ- Πω πω… καμιά φορά απορώ με εσάς τους απλούς ανθρώπους. Βρίσκεσαι σε όνειρο! Οτιδήποτε και αν θες να κάνεις πρέπει απλά να το σκεφτείς επίμονα και να πεις τις μαγικές λέξεις. Διάβασε αυτό δυνατά!
Κάπου εκεί σκάλωσα. Ο Φύλακας μου έδωσε ένα μεγάλο και χοντρό βιβλίο , το οποίο περιείχε άπειρα ξόρκια. Και μέσα σε όλα αυτά και ένα ξόρκι ανύψωσης. Οπότε χωρίς να χάσω χρόνο είπα το ξόρκι δυνατά και καθαρά .
Εγώ- Άμα αυτό το ράφι θες να φτάσεις, τα πόδια από την γη πρέπει να ξεκουράσεις. Νιώσε τα φτερά στην πλάτη, τον αέρα στα μαλλιά και ανέβα γρήγορα πριν να είναι αργά.
Εγώ- Μα δεν το πιστεύω, πετάω! Συμβαίνει στα αλήθεια!
Φυλ- Ναι μικρή μου, συμβαίνει. Γιατί μέσα σου βρήκες την δύναμη. Οπότε τώρα μπορείς να εξερευνήσεις για όση ώρα θέλεις τα χιλιάδες όνειρα τα οποία έχεις αφήσει στο παρελθόν για διάφορους λόγους.
Εγώ- Λατρεύω αυτό το όνειρο! Μακάρι να μπορούσα να έρχομαι εδώ συχνά.
Αλήθεια ήταν. Αυτό το όνειρο έμοιαζε πραγματικά απίστευτο!
Εγώ- Λοιπόν λοιπόν, δεν χάνω άλλο χρόνο. Ας δούμε τι κρύβει μέσα το δικό μου συρτάρι.
Όμως τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι όπως τα φανταζόμουν. Έσερνα το συρτάρι όλο και πιο πολύ προς την μεριά μου, και αυτό δεν έλεγε ποτέ να σταματήσει την διαδρομή του.
Εγώ- Ουφφ… κουράστηκα. Λέω να βγάλω απλός έναν φάκελο από μέσα. Έτσι και αλλιώς το συρτάρι φαίνεται ατελείωτο.
Φυλ- Και καλά θα κάνεις. Βλέπεις, τα όνειρα είναι υπερβολικά πολλά ώστε να χωρέσουν σε ένα μικροσκοπικό συρταράκι.
Εγώ, τράβηξα έναν φάκελο που μου κέντρισε αμέσως το ενδιαφέρον, τον άνοιξα, και χωρίς να περάσει ένα λεπτό, το όνειρο βγήκε μέσα από το φάκελο. Μαγεύτηκα από τα χρώματα και τις λάμψεις. Αλλά ταυτόχρονα κατάλαβα τον λόγο για τον οποίο είχε μείνει στο μέρος με τα ξεχασμένα όνειρα. Παρ’ όλα αυτά, κάτι μου θύμιζε.
Εγώ- Εμμ… Φύλακα τι συμβαίνει εδώ;
Φυλ- Τι εννοείς;
Εγώ- Το όνειρο! Το όνειρο κάτι μου θυμίζει!
Φυλ- Ναι είναι κάπως λογικό. Βλέπεις… τα όνειρα, αποχωρούν από την μνήμη σου όταν εσύ πλέον αλλάζεις σαν άνθρωπος.
Εγώ- Τι εννοείς με αυτό;
Φυλ – Όταν εσύ πια έχεις μεγαλώσει και οι σκέψεις σου αλλάζουν τότε τα όνειρα πρέπει να αποχωρήσουν ώστε το μυαλό σου να δημιουργήσει καινούρια. Τα οποία θα ταιριάζουν σε ‘σένα. Και εμένα η δουλειά μου είναι να τα επιστρέφω στο μυαλό σου με τις απαραίτητες αλλαγές.
Εγώ- Για αυτό ξέρεις το όνομά μου.
Φυλ- Ακριβώς! Και όχι μόνο το δικό σου, αλλά κάθε ανθρώπου πάνω σε αυτή τη γη. Αλλά για να σου είμαι ειλικρινής, αυτό το όνειρο δεν το έχω πιάσει ακόμα στα χέρια μου. Οπότε μπορούμε να το φτιάξουμε μαζί. Άμα το θέλεις και εσύ φυσικά.
Εγώ- Μα φυσικά και το θέλω!
Φυλ- Τέλεια, ας αρχίσουμε!
Κάπως έτσι ξεκινήσαμε να φτιάχνουμε το όνειρό μου με βάση τις συνήθειές μου στο παρόν. Αλλάξαμε την σκέψη μου, την κάναμε πιο ώριμη. Αλλάξαμε τις συνήθειές μου, τις κάναμε πιο πολλές. Και φυσικά, αλλάξαμε τον τρόπο που έβλεπα τα πράγματα. Τα κάναμε σαν των μεγάλων, χωρίς πολύ χρώμα. Και κάπου εκεί κατάλαβα πως οι άνθρωποι αλλάζουν και μαζί με αυτούς η κάθε σκέψη τους. Και μπορεί να αλλάξαμε εν μέρει το μυαλό μου και τις σκέψεις μου αλλά κάτι σίγουρα έμεινε ίδιο. Και αυτό ήταν η ψυχή μου. Ήταν πια ώρα να στείλουμε το καινούριο όνειρο πίσω στο μυαλό μου. Ο Φύλακας ξεκίνησε να κουνάει τα χέρια του με έναν μαγικό τρόπο, ένα χέρι από εδώ, ένα χέρι από εκεί , κυκλικές κινήσεις με τα δάχτυλά του και ένα καταφατικό νεύμα σαν χαιρετισμός. Έγινα ξαφνικά σκόνη και χωρίς καν να το καταλάβω…
Μαμά- Μαρία ξύπνα! Έχεις αγγλικά!
Εγώ- Τι; Μα τι γίνεται;
Μαμά- Άσε τις ερωτήσεις παιδί μου, σε λίγο θα είναι εδώ η δασκάλα. Σήκω γρήγορα και ετοιμάσου!
Για πρώτη φορά δεν νευρίασα καθόλου με το άκουσμα της λέξης ξύπνα. Για την ακρίβεια ένιωθα και πολύ τυχερή, το όνειρό μου δεν διακόπηκε ήξερα το τέλος του και ήμουν έτοιμη, να αντικρίσει το μυαλό μου το νέο όνειρο το οποίο το ίδιο είχε μόλις φτιάξει. Και ήταν αλήθεια! Το βράδυ, της ίδιας μέρας το όνειρο το οποίο κάποτε παλιά είχα ξαναδεί εμφανίστηκε κοντά στα μάτια μου και μέσα στο μυαλό.
Και για το αποκορύφωμα στο τέλος του ονείρου…
Φυλ- Θα τα ξαναπούμε Μαρία, μην ανησυχείς.
Εύχομαι να τα ξαναπούμε. Και αν όχι, εύχομαι να μην αλλάξω, ώστε να σε θυμάμαι για πάντα… Φύλακα των ξεχασμένων ονείρων μου.
Παντελάρου Δάφνη
Τάξη: Β2
7ο Γυμνάσιο Χαϊδαρίου «Νέα Φώκαια»
«Ταξίδι στο Γυμνάσιο»
Μερικές φορές κάθομαι και σκέφτομαι πώς επιβίωσα μέσα στα χρόνια ! Τα πρώτα 7 χρόνια είναι παράδεισος . Γριούλες σε σταματάνε στον δρόμο για να πουν στους γονείς σου πόσο γλυκούλι είσαι , το σχολείο είναι σαν παιδική χαρά, πας για να δεις τους φίλους σου και να παίξεις κυνηγητό . Σε εκείνη την ηλικία, ο κάθε άνθρωπος που γνωρίζεις είναι φίλος σου . Τα μαθήματα είναι το ‘’ ένα και ένα πόσο κάνει ;’’. Σηκώνεις το χέρι (ή πετάγεσαι ) απαντάς και σε κοιτάει όλη η τάξη σαν να είσαι ο Αϊνστάιν . Από τα 8 και μετά συναντάς την κόλαση .Πολλαπλασιασμοί , διαιρέσεις , μα το χειρότερο…..Ιστορία . Αυτές οι δυόμιση καταραμένες σελίδες που έπρεπε να μάθεις απέξω . Αυτές οι σελίδες που διαβάζοντάς τες έπεσε το βιβλίο ‘’κατά λάθος ‘’ πάνω στην ντουλάπα και μετά πήγαινες σχολείο με καραφλό βιβλίο και όταν σε ρωτούσε η δασκάλα τι έγινε έλεγες το κλασσικό: ‘’Κυρία μου έφαγε ο σκύλος το βιβλίο , εγώ τι φταίω‘’. Που θεωρώ πως κανείς δεν το πίστευε , απλά δεν μπορούσαν να απαντήσουν .Γιατί ποια ακριβώς είναι η απάντηση στο ‘’μου έφαγε ο σκύλος το βιβλίο ‘’; Ή βρίζεις ή σωπαίνεις. Τώρα μιλάω για τα παιδιά της γενιάς μου . Γιατί τα παιδιά της καινούργιας γενιάς αν τους ρωτήσουν γιατί δεν έκαναν τα μαθήματά τους θα πουν με σιγουριά στον εαυτό τους ‘’Έπαιζα roblox ‘’ (βιντεοπαιχνίδι ) . Εκεί επίσης δενυπάρχει απάντηση .Ή βρίζεις ή σωπαίνεις . Ο καιρός περνάει γρήγορα . Μπαίνεις στο δημοτικό και λες ‘’ Πώς θα περάσουν 6 χρόνια ; ‘’ και φτάνεις στην μέρα της αποφοίτησης και εκεί είναι που καταλαβαίνεις ότι έχεις φτάσει 12 . Κάπου εκεί αρχίζει η ζωή μου. Θα μου πείτε ‘’καλά πριν δεν είχες ζωή ;’’ …… τυπικά όχι . Το καλοκαίρι της αποφοίτησης ήταν το καλύτερο της ζωής μου ,αλλά με κάποιες εξαιρέσεις . Μία μέρα μετά την αποφοίτηση πήγα κατασκήνωση . Δεκαπέντε μέρες χωρίς γονείς ήταν δεκαπέντε μέρες στον παράδεισο . Αλλά ως γνωστόν όταν κάνεις σχέδια ο θεός γελά οπότε τις δύο τελευταίες μέρες αρρώστησα και έχασα την άλλη κατασκήνωση που ήταν τρείς μέρες μετά . Τον Ιούλιο πήγα στο χωριό μου που είχα να πάω τρία χρόνια αλλά και πάλι με σταματούσαν γριούλες για να μου πουν ότι μεγάλωσα . Αφού είχα να πάω τόσο καιρό στο χωριό μου δεν με θυμόταν κανείς από τα παιδιά .Αλλά επειδή είμαι εγώ , δεν άργησα να βρω παρέες . Τις τελευταίες μέρες των διακοπών μου στο χωριό ήρθε μια παιδική μου φίλη . Δεν την θυμόμουν γιατί είχα καιρό να την δω και πηγαίναμε σε διαφορετικά σχολεία . Τέλος πάντων αφού μιλήσαμε κατάλαβα πως θα ερχόταν στο ίδιο γυμνάσιο με εμένα . Τον ίδιο καιρό είχα και αλλά πράγματα στην ζωή μου. Ένα σημαντικό κομμάτι στην ζωή μου ήταν και είναι η κολλητή μου , ο άνθρωπός μου . Ένας κύριος λόγος που έχω επιβιώσει .Έμενε σε άλλη γειτονιά οπότε θα πήγαινε και σε άλλο σχολείο . Μια μέρα που μιλούσαμε , μου λέει : ‘’ Το ξέρεις ότι θα πάω στο ίδιο γυμνάσιο με εσένα ;’’ , ούρλιαξα από την χαρά μου .Δεν είχα τίποτα αρνητικό να με απασχολεί πια . Μια μέρα που είμαι στο χωριό μου λοιπόν πάω στην παραλία και βρίσκω κάτι άλλα παιδάκια . Μέσα σ’ ένα πόλεμο με νεροπίστολα κατάλαβα ότι ο ένας από αυτούς θα πήγαινε στο ίδιο γυμνάσιο . Κάπως έτσι τελείωσαν οι διακοπές .
11 Σεπτεμβρίου 2024 . Είχα ξενυχτίσει από το άγχος . Όταν ξημέρωσε , παραλίγο να βάλω τα κλάματα πάλι από το άγχος. Όταν όμως μπήκα στο σχολείο ένιωσα διαφορετικά , πολύ διαφορετικά . Είδα παιδιά από το δημοτικό μου και αυτό με έκανε ακόμα πιο χαρούμενη . Κατά την διάρκεια της χρονιάς γνώρισα και άλλα παιδιά . Ξαναείδα φίλους εκτός σχολείου αλλά και παιδιά που ήξερα από το νηπιαγωγείο. Συμπάθησα δασκάλους και μίσησα δασκάλους . Στα μεγαλύτερα παιδιά δεν πολυμιλούσα μέχρι που μας έβαλαν σε ένα ‘’περιβαλλοντικό πρόγραμμα ‘’. Ήταν για πρώτη και για δευτέρα γυμνασίου, δεν είχα επιλογή . Αυτό το πρόγραμμα θα μας πήγαινε Ισπανία και προσωπικά πιστεύω πως οι περισσότεροι μπήκαν στο πρόγραμμα για το ταξίδι . Ήταν πολλά κορίτσια και λίγα αγόρια από την πρώτη και πολλά αγόρια και λίγα κορίτσια από την δευτέρα. Κάποια αγόρια από την Δευτέρα άρχισαν να με κοροϊδεύουν όταν με παρατήρησαν έτσι και εγώ με την σειρά μου τους άρχισα να τους κοροϊδεύω και να τους μισώ . Τον Φεβρουάριο πήγαμε στην Βαρκελώνη . Εκεί κατάλαβα ότι το να με κοροϊδεύουν δεν ήταν από κακία , απλώς εγώ τα έπαιρνα προσωπικά . Όταν το κατάλαβα άρχισα να τους συμπαθώ πραγματικά . Με κάποιους μάλιστα κάνω παρέα τώρα πια . Η χρονιά πέρασε εύκολα και γρήγορα το καλοκαίρι ήρθε μαζί και οι εξετάσεις . Τραυματική περίοδος για εμένα ,αλλά και για τους καθηγητές μου. Κι όταν λέω τους καθηγητές εννοώ την φυσικό μου. Χειρότερο γραπτό φυσικής απ’ το δικό μου πέρυσι δεν νομίζω να υπάρχει . Πάει ο μέσος όρος. Το καλοκαίρι της πρώτης δεν θέλω να το θυμάμαι . Τουλάχιστον τον Ιούλιο . Όλο το υπόλοιπο ήταν ονειρικό.
Ανανεωμένη πλήρως , επιστρέφω ξανά . Μπαίνω στο σχολείο και βλέπω τους δασκάλους παλιούς και καινούργιους μαζί , τον σύλλογο, τα φετινά πρωτάκια , εμάς , τα φετινά τριτάκια . Εκεί είναι που κατάλαβα ότι είναι πια η δεύτερη χρονιά μου στο γυμνάσιο , ότι είμαι 13 και όλοι πλέον είμαστε έναν χρόνο μεγαλύτεροι . Εκεί είναι που έπαθα ένα σόκ . Τελικά ο καιρός όντως περνάει γρήγορα . Τόσο που τώρα πια είναι Ιανουάριος , πως ήδη πέρασαν τέσσερις μήνες ; 2026 ; Άλλη μία χρονιά . Άλλη μία χρονιά που θα πατώσω στην φυσική και μιλώντας για αυτό ακόμα λυπάμαι για τα μάτια της φυσικού μου για το φετινό διαγώνισμα . Άλλη μία χρονιά που θα προσπαθήσω να καταλάβω τους μεγαλύτερους που το παίζουν μάγκες, αλλά παιδιά που νόμιζα πως είναι σκράπες πήραν αριστεία και εγώ έμεινα με ανοιχτό το στόμα .
Ποτέ δεν πίστευα πως θα το πω αλλά τώρα πια το να πηγαίνω σχολείο είναι πιο ωραίο από το να κάθομαι σπίτι και να βλέπω τηλεόραση . Δεν λέω πως είναι ο ιδανικός τρόπος καλοπέρασης , αλλά είναι σίγουρα καλύτερα από το να κάτσω να βλέπω τικ τόκ οκτώ ώρες .Τουλάχιστον εγώ αυτό πιστεύω . Όσο δύσκολο και όσο δυσάρεστο μπορεί μερικές φορές να είναι το σχολείο , είναι πάντα ωραίο . Εκεί που μπορούμε να δούμε τους φίλους μας . Για τους άλλους δεν ξέρω , αλλά εγώ μπορώ να πω με σιγουριά ότι στο γυμνάσιο βρήκα κάτι που είχα χάσει εδώ και πάρα πολύ καιρό τώρα .. ΤΟΝ ΕΑΥΤΌ ΜΟΥ !!!!
Νικήτας Τσακαλίας
Τάξη: Α3
7ο Γυμνάσιο Χαϊδαρίου «Νέα Φώκαια»
«Ο Άνθρωπος κι ο σκύλος»
Κάποτε, σε ένα μακρινό χωριό στην άκρη ενός πυκνού δάσους, ζούσε ένας άνθρωπος ολομόναχος. Η ζωή του ήταν ήσυχη, ακύμαντη, σχεδόν άδεια από χρώματα και συναισθήματα. Κάθε μέρα έμοιαζε με την προηγούμενη. Μέχρι που μια χειμωνιάτικη πρωινή ομίχλη έφερε μαζί της κάτι απρόσμενο: μέσα από τα δέντρα ξεπρόβαλε ένα μικρό, αδύναμο και τρομαγμένο χνουδωτό κουτάβι.
Ο άνθρωπος το κοίταξε με απορία. Τα πόδια του κουταβιού έτρεμαν από φόβο, μα μέσα στα μάτια του έκαιγε η λαχτάρα για ζωή. Το πήρε προσεκτικά στα χέρια του, σαν να κρατούσε κάτι πολύτιμο, του πρόσφερε φαγητό, ζεστασιά και αγάπη – κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ για κανένα άλλο πλάσμα ως τότε. Το ονόμασε Μελένιο, για το χρώμα του και τη ‘γλύκα’ που έφερε στην καρδιά του. Από εκείνη τη στιγμή, η μοναξιά του άρχισε να λιώνει.
Τα χρόνια πέρασαν. Ο Μελένιος μεγάλωσε, έγινε δυνατό σκυλί, γεμάτο θάρρος και αφοσίωση. Ήταν πάντα δίπλα στον άνθρωπό του, φύλακας και φίλος, έτοιμος να τον προστατεύσει από κάθε κίνδυνο.
Μια μέρα, καθώς περπατούσαν σε μια απόκρημνη πλαγιά, εμφανίστηκε ξαφνικά ένας λύκος. Άγριος, επιθετικός, τρομακτικός – σαν εκείνους τους φόβους που ξεπροβάλλουν απρόσκλητοι στις ζωές μας. Ο άνθρωπος πάγωσε. Η καρδιά του χτύπησε δυνατά, τα πόδια του δεν υπάκουαν. Όμως ο Μελένιος, χωρίς δεύτερη σκέψη, όρμησε στον λύκο. Η μάχη ήταν σκληρή, με νύχια και με δόντια, γεμάτη αίμα. Ο λύκος δαγκώθηκε θανάσιμα στον λαιμό και ετρεξε μακριά με λυγμούς, η απειλή έσβησε, ο άνθρωπος σώθηκε. Μα ο Μελένιος τραυματίστηκε βαριά.
Ο άνθρωπος τον πήρε στην αγκαλιά του, τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και διάβασε κάτι που δεν χρειαζόταν λόγια: «Εσύ με έσωσες μια φορά. Τώρα ήταν η σειρά μου».
Κι εκεί, στην αγκαλιά του ανθρώπου, ο Μελένιος έκλεισε για πάντα τα μάτια του. Η ψυχή του, γεμάτη αγάπη και πίστη, έμεινε στο βουνό, αόρατος φρουρός, να προστατεύει τον άνθρωπο σε κάθε του βήμα.
Και κάπως έτσι, μια άδεια ζωή, γέμισε με αγάπη, ευγνωμοσύνη, μνήμες και αξίες, όλα γεννημένα από ένα μικρό, αδύναμο και τρομαγμένο χνουδωτό πλάσμα!
Ειρήνα Ανδριοπούλου
Τάξη: Γ1
7ο Γυμνάσιο Χαϊδαρίου «Νέα Φώκαια»
«ΦΟΒΟΣ»
Βία στα σπίτια, στα μπαρ, στους δρόμους, στα σχολεία.
Πρέπει να αντισταθείς στην αδικία.
Με σθεναρή εφηβική ευαισθησία.
Το μέλλον μπορεί να φαντάζει με ουτοπία.
Μίλα, μην καταφεύγεις στην απραξία.
Αντίδρασε στου κόσμου την αδιαφορία.
Γίνε του διπλανού σου η διαμαρτυρία.
Γίνε του αβοήθητου η σωτηρία.
Κοίτα κατάματα τη δυσκολία.
Και χάραξε τη δική σου πορεία.
Δήμητρα Γκουντελίτσα
Τάξη: Α1
7ο Γυμνάσιο Χαϊδαρίου «Νέα Φώκαια»
«Αυτά που δεν είπαμε»
Στο σπίτι μιλούσαμε λίγο
Όχι γιατί δεν είχαμε τι να πούμε,
Αλλά γιατί μάθαμε να ζούμε στη σιωπή
Ο πατέρας γύριζε κουρασμένος,
Η μητέρα χαμογελούσε από συνήθεια
Και εγώ μεγάλωνα ανάμεσα σε φράσεις
Που έμεναν μισές.
Στο σχολείο έμαθα να γράφω εκθέσεις,
Μα ποτέ κανείς δεν με έμαθε
Να ζητώ βοήθεια
Χωρίς να ντρέπομαι.
Ένα βράδυ ακούστηκε το ρολόι
Να χτυπά πιο δυνατά από την καρδιά μου.
Τότε κατάλαβα πως ο χρόνος
Δεν περιμένει να γίνουμε έτοιμοι.
Την επόμενη μέρα είπα ένα «είμαι καλά»
Που δεν ήταν αλήθεια.
Και ένα «είμαι εδώ»
Που άργησε πολύ
Τελικά ίσως η ωριμότητα
Δεν είναι να πνίγεσαι σιγά σιγά στην σιωπή σου
Με σκοπό να αντέξεις,
Αλλά να βρίσκεις το θάρρος να μιλάς
Πριν γίνει αργά
Κατερίνα Μαργαρώνη
Τάξη: Β2
7ο Γυμνάσιο Χαϊδαρίου «Νέα Φώκαια»
«Η σιωπή που μένει»
Κι αν δεν τελειώσαμε;
στα μάτια σου στέκουν σκέψεις
που δεν καταλαβαίνω
Μία θολή σκιά με κοιτάζει
από πίσω μου χωρίς να λέει λέξη
Σαν νερό που κυλάει αθόρυβα,
οι υποθέσεις μου για εσένα
Τα φύλλα τρίζουν
σαν να φοβούνται το φυσικό
Οι μέρες περνούν
μα η καρδιά δεν ξεχνά
Μικρές λεπτομέρειες
που δεν περνούν απαρατήρητες
Στιγμές που μοιάζουν τυχαίες
κι όμως δεν είναι
Ένα τραγούδι ανοίγει
το μυαλό τρέχει
Ο άνεμος φέρνει
μία γνώριμη αίσθηση παρελθόντος
Στο θρόισμα των φύλλων
ακούω ψιθύρους
που δεν ειπώθηκαν
Η σιωπή μας
μοιάζει να κουβαλά
τα λόγια που δεν είπαμε ποτέ
Μερικές φορές
οι σιωπές μιλούν καλύτερα
από λέξεις
Κάτι μένει αναμμένο,
αόρατο στους άλλους
Η σκέψη επιμένει
κι ας μη φαίνεται
Σκέψεις περνούν απ’ το μυαλό,
όταν με κοιτάζεις
Υποθετικά σενάρια
με ταλαιπωρούν
Προσποιούμαι πως ξέχασα,
μα η σκιά σου
μένει εκεί
κι εγώ μαθαίνω
να ζω μαζί της


